Σχολεία στην «πρέσα»: Γιατί οι εκπαιδευτικοί θεωρούνται πλέον επαγγελματική ομάδα υψηλού κινδύνου

Για πολλά χρόνια, η δημόσια εικόνα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε ένα στερεότυπο που επαναλαμβανόταν σχεδόν μηχανικά: ότι πρόκειται για έναν επαγγελματία με περιορισμένο ωράριο, πολλές αργίες και μεγάλες περιόδους ανάπαυσης. Ήταν μια απλουστευτική και βαθιά άδικη αφήγηση, η οποία απέκρυπτε συστηματικά την πραγματική φύση ενός επαγγέλματος που δεν μετριέται μόνο σε διδακτικές ώρες […]

Για πολλά χρόνια, η δημόσια εικόνα του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε ένα στερεότυπο που επαναλαμβανόταν σχεδόν μηχανικά: ότι πρόκειται για έναν επαγγελματία με περιορισμένο ωράριο, πολλές αργίες και μεγάλες περιόδους ανάπαυσης. Ήταν μια απλουστευτική και βαθιά άδικη αφήγηση, η οποία απέκρυπτε συστηματικά την πραγματική φύση ενός επαγγέλματος που δεν μετριέται μόνο σε διδακτικές ώρες αλλά σε συναισθηματική διαθεσιμότητα, ψυχική ανθεκτικότητα, διοικητική προσαρμοστικότητα και καθημερινή διαχείριση σύνθετων ανθρώπινων καταστάσεων. Σήμερα, αυτή η εικόνα δεν μοιάζει απλώς ξεπερασμένη· μοιάζει σχεδόν προκλητική απέναντι στην πραγματικότητα που βιώνουν χιλιάδες εκπαιδευτικοί μέσα στις σχολικές αίθουσες.

Η συζήτηση για την ψυχική υγεία στους χώρους εργασίας έχει πλέον ανοίξει διεθνώς με σοβαρότητα. Επαγγέλματα όπως εκείνα των γιατρών, των νοσηλευτών, των κοινωνικών λειτουργών ή των εργαζομένων σε περιβάλλοντα υψηλής πίεσης έχουν αναγνωριστεί ως επαγγελματικοί χώροι με αυξημένο ψυχοκοινωνικό φορτίο. Ωστόσο, η εκπαίδευση συχνά εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται σαν μια εξαίρεση, σαν να υπάρχει μια αόρατη κοινωνική απαίτηση ότι ο εκπαιδευτικός οφείλει να αντέχει αδιαμαρτύρητα τα πάντα. Να είναι σταθερός όταν οι άλλοι καταρρέουν, ήρεμος όταν γύρω του υπάρχει ένταση, υποστηρικτικός όταν ο ίδιος εξαντλείται, παιδαγωγικά επαρκής όταν οι συνθήκες δυσκολεύουν και συναισθηματικά διαθέσιμος ακόμη κι όταν αισθάνεται ότι έχει αδειάσει εσωτερικά.

Κι όμως, ο σύγχρονος εκπαιδευτικός δεν είναι απλώς ένας επαγγελματίας που μεταδίδει γνώση. Είναι ένας άνθρωπος που καθημερινά λειτουργεί σε πολλαπλούς ρόλους ταυτόχρονα. Είναι δάσκαλος, σύμβουλος, διαμεσολαβητής συγκρούσεων, διαχειριστής κρίσεων, ακροατής προσωπικών ιστοριών, συχνά ένας ανεπίσημος υποστηρικτής παιδιών που κουβαλούν βάρη πολύ μεγαλύτερα από την ηλικία τους. Η σχολική τάξη δεν είναι ένας ουδέτερος χώρος μετάδοσης πληροφοριών. Είναι ένας ζωντανός κοινωνικός οργανισμός, όπου συνυπάρχουν αγωνίες, ανασφάλειες, οικογενειακές δυσκολίες, συγκρούσεις, συναισθηματικές μεταπτώσεις, περιστατικά αποκλεισμού, επιθετικότητας ή ψυχικής απορρύθμισης.

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πούμε ότι ένας εκπαιδευτικός μπορεί μέσα σε μία μόνο διδακτική ώρα να χρειαστεί να αντιμετωπίσει μια κρίση άγχους μαθητή, μια έντονη λεκτική σύγκρουση ανάμεσα σε παιδιά, ένα περιστατικό σχολικού εκφοβισμού ή έναν μαθητή που εμφανίζει εμφανή σημάδια ψυχικής κατάρρευσης. Το παράδοξο είναι ότι, αμέσως μετά, καλείται να συνεχίσει το μάθημα σαν να μην συνέβη τίποτα, να διατηρήσει τη συνοχή της τάξης, να ολοκληρώσει τη διδακτική διαδικασία και να παραμείνει συναισθηματικά σταθερός. Αυτή η διαρκής συναισθηματική εργασία είναι μία από τις πιο εξαντλητικές μορφές επαγγελματικής καταπόνησης, ακριβώς επειδή απαιτεί από τον εργαζόμενο να ρυθμίζει συνεχώς όχι μόνο τη συμπεριφορά του αλλά και τα ίδια του τα συναισθήματα.

Στην Ελλάδα, πανεπιστημιακές έρευνες των τελευταίων ετών καταγράφουν σαφή σημάδια επαγγελματικής εξουθένωσης στον εκπαιδευτικό κόσμο. Μελέτη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κατέδειξε μετρήσιμα επίπεδα burnout στους Έλληνες εκπαιδευτικούς, ενώ έρευνα σε σχολεία της Θεσσαλονίκης ανέδειξε ως βασικούς παράγοντες επιβάρυνσης τον αυξημένο φόρτο εργασίας, τη διοικητική πίεση και τη συναισθηματική καταπόνηση. Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, γιατί αποδομεί την αντίληψη ότι η εξουθένωση των εκπαιδευτικών είναι ένα «εισαγόμενο» πρόβλημα. Είναι ήδη εδώ. Και μεγαλώνει σιωπηλά.

Τι δείχνουν οι έρευνες για τους εκπαιδευτικούς

Η επαγγελματική εξουθένωση, ή burnout, δεν είναι απλή κόπωση που περνά με λίγη ξεκούραση. Είναι μια κατάσταση χρόνιας ψυχικής και συναισθηματικής αποστράγγισης που επηρεάζει βαθιά τη λειτουργικότητα, την αυτοεικόνα και τη συνολική ποιότητα ζωής. Εκδηλώνεται με αϋπνία, ευερεθιστότητα, δυσκολία συγκέντρωσης, σωματική κόπωση, συναισθηματική απομάκρυνση από την εργασία και αίσθημα ότι, όσο κι αν προσπαθεί κανείς, δεν αρκεί.

Στην περίπτωση της εκπαίδευσης, αυτή η πίεση εντείνεται από έναν ακόμη παράγοντα: τη διοικητική και ψηφιακή υπερφόρτωση. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός παρουσιάστηκε ως μέσο διευκόλυνσης της εκπαιδευτικής καθημερινότητας. Στην πράξη όμως, για πολλούς εκπαιδευτικούς, λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής υποχρεώσεων. Ηλεκτρονικές πλατφόρμες, καταχωρίσεις, αξιολογικές διαδικασίες, δείκτες, παραδοτέα, σχέδια δράσης, συνεχείς προθεσμίες και αναφορές έχουν μετατρέψει σημαντικό μέρος του εκπαιδευτικού χρόνου σε διοικητική διαχείριση. Αντί να ελαφρύνει τον εκπαιδευτικό, η τεχνολογία συχνά τον εγκλωβίζει σε έναν διαρκή ψηφιακό κατακερματισμό.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η πίεση δεν προέρχεται μόνο από το ίδιο το έργο αλλά και από το εσωτερικό διοικητικό περιβάλλον. Όταν η συνεργασία υποχωρεί και τη θέση της παίρνει η αυστηρή ιεραρχία, η υπερβολική επιτήρηση ή το αίσθημα ότι κάθε αδυναμία μπορεί να αξιοποιηθεί υπηρεσιακά, η ψυχική επιβάρυνση διογκώνεται δραματικά. Ένας εργαζόμενος που αισθάνεται ότι βρίσκεται σε διαρκή ψυχολογική επιφυλακή δεν λειτουργεί απλώς υπό πίεση· λειτουργεί σε κατάσταση παρατεταμένου στρες.

Και φυσικά υπάρχει η οικονομική πραγματικότητα, που συχνά μένει εκτός συζήτησης. Αναπληρωτές και νεοδιόριστοι εκπαιδευτικοί ζουν συχνά σε καθεστώς διαρκούς μετακίνησης, μακριά από τις οικογένειές τους, αναζητώντας στέγη σε περιοχές με απαγορευτικά ενοίκια και προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στην οικονομική ανασφάλεια και στην ανάγκη να παραμείνουν επαγγελματικά λειτουργικοί. Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι ανεξάρτητη από την υλική καθημερινότητα.

Το πιο ανησυχητικό, ίσως, είναι ότι πολλοί εκπαιδευτικοί αισθάνονται ενοχή ακόμη και να παραδεχθούν ότι κουράστηκαν. Σαν η εξάντληση να αποτελεί προσωπική αποτυχία και όχι λογική συνέπεια ενός επαγγελματικού περιβάλλοντος που ζητά συνεχώς περισσότερα.

Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι εκπαιδευτικοί αντέχουν. Είναι πόσο ακόμη θα θεωρούμε φυσιολογικό να απαιτούμε αυτή τη σιωπηλή αντοχή.

Γιατί ένας ψυχικά εξουθενωμένος εκπαιδευτικός μπορεί να συνεχίζει να αγαπά βαθιά το λειτούργημά του. Μπορεί να προσπαθεί καθημερινά με αξιοθαύμαστο επαγγελματισμό. Όμως κανείς δεν μπορεί να προσφέρει αδιάκοπα από ένα εσωτερικά άδειο απόθεμα.

Αν θέλουμε πραγματικά ένα καλύτερο σχολείο, τότε η ψυχική υγεία των εκπαιδευτικών δεν είναι μια παράπλευρη λεπτομέρεια. Είναι θεμελιώδης προϋπόθεση της ίδιας της εκπαιδευτικής ποιότητας.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΕΔΩ: -- Πηγή: EFSYN.GR


VIDEOS

val m amo

Δείτε επίσης...

ΜΑΣ ΕΧΟΥΝ ΕΜΠΙΣΤΕΥΘΕΙ.....ΕΣΕΙΣ;

Σ' αναμμένα Κάρβουνα
Ασφάλειες Γεωργιάδης - HG Brokers SA
George Coiffure
RATECH - Τεχνικό Γραφείο Αναλκυστήρων
Cookies user preferences
We use cookies to ensure you to get the best experience on our website. If you decline the use of cookies, this website may not function as expected.
Accept all
Decline all
Analytics
Tools used to analyze the data to measure the effectiveness of a website and to understand how it works.
Google Analytics
Accept
Decline
Save